Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

lesser weever


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο lesser παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: weever
Σε αυτή τη σελίδα: lesser, little

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lesser adj (less big)μικρότερος επίθ
 Because the Great Pyramid is so famous not as many people visit Egypt's lesser pyramids.
 Επειδή η Μεγάλη Πυραμίδα είναι τόσο γνωστή, δεν είναι και πολλοί αυτοί που επισκέπτονται τις μικρότερες πυραμίδες της Αιγύπτου.
lesser adj (less important)λιγότερο σημαντικός φρ ως επίθ
  μικρότερος επίθ
 Tom decided to prioritize and leave the lesser problems for later.
 Ο Τομ αποφάσισε να βάλει προτεραιότητες και να αφήσει τα λιγότερο σημαντικά προβλήματα για αργότερα.
the lesser,
the lesser of [sth]
n
(the smaller of [sth])λιγότερος επίθ
  μικρότερος επίθ
 Both these brothers have large fortunes, but the older brother's fortune is the lesser of the two.
 Και οι δυο αδελφοί έχουν μεγάλες περιουσίες, αλλά η περιουσία του μεγαλύτερου είναι η μικρότερη των δυο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
little adj (small in size)μικρός επίθ
 This TV is big, but the one in our bedroom is little.
 Αυτή η τηλεόραση είναι μεγάλη, αλλά εκείνη που έχουμε στο δωμάτιό μας είναι μικρή.
little adj (not much) (σχεδόν καθόλου)ελάχιστος επίθ
  πολύ λίγος επίρ + επίθ
  (μικρή ποσότητα)λίγο επίρ
 She drinks little alcohol.
 Πίνει ελάχιστο (or: πολύ λίγο) αλκοόλ.
little adv (slightly) (ελαφρώς)λίγο επίρ
 I am a little drunk, but in no way incapacitated.
 Είμαι λίγο μεθυσμένος, αλλά σε καμία περίπτωση τύφλα.
little adv (small amount) (σχεδόν καθόλου)ελάχιστα επίρ
  πολύ λίγο φρ ως επίρ
  (μικρή ποσότητα)λίγος επίθ
 The child ate little at dinnertime.
 Το παιδί έφαγε ελάχιστα (or: πολύ λίγο) για βραδινό.
little adj (sibling: younger)μικρός, μικρότερος επίθ
 I have three little brothers and one big sister.
 Έχω τρεις μικρούς (or: μικρότερους) αδερφούς και μια μεγάλη αδερφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
little adj (person: short)μικρόσωμος επίθ
  (ενίοτε μειωτικό)κοντός επίθ
 She is too little to date a basketball player, isn't she?
 Είναι πολύ μικρόσωμη για να βγει με μπασκετμπολίστα, έτσι δεν είναι;
little adj (trivial) (μεταφορικά: ασήμαντος)μικρός επίθ
 It is such a little thing. Why do they argue about it so much?
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μη δίνεις σημασία σε μικρά, ανούσια πράγματα.
little adj (mind: narrow) (μεταφορικά)μικρός επίθ
  στενός επίθ
 As Emerson said, "A foolish consistency is the hobgoblin of little minds."
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν μπορώ να σας καταλάβω με το μικρό μου μυαλό.
little adj (endearingly small)μικρούλης, μικρούτσικος επίθ
  κούτσικος επίθ
 Oh, what a beautiful little puppy!
 Αχ, τι όμορφο μικρούλικο (or: μικρούτσικο) σκυλάκι!
little adv (almost not at all)ελάχιστα επίρ
 She was very shy, and spoke little.
 Ήταν πολύ ντροπαλή και μίλησε ελάχιστα.
little adv formal (not very)όχι ιδιαιτέρως, όχι ιδιαίτερα, όχι πολύ
  ελάχιστα επίρ
 I am little inclined to accept such an offer.
 Δεν ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα να αποδεχτώ μία τέτοια προσφορά.
 Ελάχιστα με ενδιαφέρει να αποδεχτώ την προσφορά σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
lesser | little
ΑγγλικάΕλληνικά
the lesser of two evils n (least bad of two bad things)το μη χείρον βέλτιστον εκφρ
lesser-known,
lesser known
adj
(less well known)λιγότερο γνωστός φρ ως επίθ
Σχόλιο: Hyphenated before the noun; hyphen omitted in predicate position.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lesser weever στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lesser weever».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!